«Κερασία Τουλιάτου: ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ»|από το Δημήτρη Χαρίτο |Ιστορικός τέχνης

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΙΕΡΓΑΣΙΕΣ

Από πού δίνονται τα χρώματα σ’ ένα ζωγράφο; Το χρωματικό του όραμα, η προίκα των χρωμάτων, πως αποκτιέται; Από μέσα του, για να ειπωθεί έτσι, όσο γίνεται πιο απλουστευτικά, ή πιο τις επιδράσεις και τις επιλογές του απ’ έξω κόσμου; Συχνά η διάκριση είναι σχεδόν αδύνατη. Άλλοτε, όμως, κάποιες μαρτυρίες αποκαλυπτικές φέρνουν στο φως την απόδειξη μιας εσωτερικής κυοφορίας απόλυτα αρμονικής του χρωματικού με το καλλιτεχνικό μετιέ, προκειμένου να υπηρετηθεί η συγκρότηση του ζωγραφικού οράματος του συγκεκριμένου δημιουργού, χώροι, αντικείμενα, φόρμες, πλαστικές αξίες, ό,τι δηλαδή θα συναπαρτίσει την προσωπική του μυθολογία και αισθητικά και οντολογικά. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις είναι μάταιο ν΄ αναζητήσεις φανερές επιδράσεις ή συγγένειες. Η εσωτερική, συνήθως μακρόχρονη, προετοιμασία τα έχει όλα αφομοιώσει ή εκλεκτικά απορρίψει σε ανύποπτο καιρό, πολύ προτού αρχίσει η μεταφορά στο τελάρο. Προφανώς, αυτή είναι η περίπτωση της Κερασιάς Τουλιάτου.

Ύστερα από μια επιτυχημένη θητεία στην αγιογραφία (φορητή εικόνα και φρέσκο) παίρνει την απόφαση να περάσει αποκλειστικά στην “κοσμική” ζωγραφική. Να “δει” και να ερμηνεύσει με τους τρόπους και τις δυνατότητες της τον υπαρκτό πλέον κόσμο, τον επίγειο και να “γιογραφήσει” το εσωτερικό της “μαρτυρολόγιο”. Απόλυτη αποκοπή από το ζωγραφικό της παρελθόν. Κιόλας αυτή η στροφή είναι ένα δείγμα γνησιότητας της δουλειάς της. Χωρίς αμφιβολία, αυτή τη ζωγραφική την κυριαρχούν οι δραματικές εντάσεις, οι οποίες όμως δεν υλοποιούνται στη θεματική μυθολογία αλλά στους τρόπους και την εκτέλεση. Άλλωστε, τα θέματα της Τουλιάτου είναι λιγοστά, τοπία, νεκρές φύσεις και εσωτερικά. Πράγματα όλα γνωστά από την μακραίωνη αναφορά της ζωγραφικής σ΄ αυτά.

Όμως στην περίπτωση ετούτη, το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον που νομιμοποιεί και την προσοχή μας σε αυτό, είναι η συγκροτημένη εσωτερική όραση που πετυχαίνει να ισορροπήσει ανάμεσα στη σαφήνεια ανάγνωσης των αντικειμένων και των χώρων και την παρέμβαση ενός συγκρατημένου εξπρεσιονισμού που αποκλείει υφέρπουσες παραχωρήσεις προς τον δεξιοτεχνικό εντυπωσιασμό. Η ελεγειακή ακινησία είναι ο κανόνας που επικρατεί στα έργα της. Ακύμαντη η φύση που περιβάλλει τα αντικείμενα, μια δηλαδή στατική “νεκρή φύση”, κατάσταση που αποδίδεται αξιοπρόσεκτα με το καλοδουλεμένο στρώσιμο των χρωματικών επιλογών, τόνων και ημιτονίων των μελανών, των καφέ και της κλίμακας του γκρι μέχρι το μαύρο. Σπάνια, όπως σ΄ εκείνα τα εξαίσια ρόδια, διακριτικά, αισιόδοξα χρωματικά περάσματα, αιφνιδιάζουν το μάτι του θεατή. Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί παρά να προσέξει ότι όλα, οι δύο καρποί, τα φύλλα τους, τα σύννεφα, φεύγουν- και όχι μόνο σ’ αυτόν τον πίνακα- προς μιά, προς τα δεξιά, παράλληλη κίνηση αεροσυρμής. Φυγή εσωτερική βέβαια. Κοινό γνώρισμα όλων των πινάκων είναι ότι η δραματική πύκνωση των χρωμάτων έχει θαρρείς “ρουφήξει” το φως, αφήνοντας ένα ισόποσο κατάλοιπο, όπως σε κείνο το εξαίρετης έμπνευσης και εκτέλεσης “τοπίο”με το τραπέζι στην παραλία και το λευκό τραπεζομάντηλο από όπου το ζωγραφισμένο φως εκλύεται (ή μήπως κατακάθεται?) μουντό αφήνοντας την αίσθηση μιας υπαρξιακής λύπης.

Την ίδια ενδιαφέρουσα εκδοχή αντικρίζουμε στους άδειους και έρημους εσωτερικούς χώρους, βυθισμένους στις ίδιες πάντα σκιάσεις από όπου μια απροσδόκητη πηγή καθαρού φωτός ανεβαίνει στη γωνία από τους κάτω χώρους. Δεν μπορεί να δεχτεί κανείς ότι όλες αυτές οι ζωγραφικές συμπεριφορές είναι τυχαίες. Η «καφκική» ατμόσφαιρα που κυριαρχεί – και παρά την προφανώς συνειδητή απουσία της ανθρώπινης φιγούρας- χαρακτηρίζει την ενδιαφέρουσα εσωτερική καταγωγή και επεξεργασία ενός οράματος το οποίο δεν εξαντλεί τις φιλοδοξίες του σ’ ένα τυπικό εικαστικό βλέμμα, προάγγελο μίας όποιας τυποποιήσεως ή μίας μανιέρας. Αντίθετα, σ’ ετούτη τη ζωγραφική υπάρχει υπόσχεση.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ 
κριτικός τέχνης