«Επιστροφή στην χαμένη αθωότητα» | από το Λευτέρη Καλοσπύρο | Συγγραφέας

Με αφορμή την Έκθεση «Θραύσματα Ονείρων» ο συγγραφέας Λευτέρης Καλοσπύρος μας παρουσιάζει το έργο της Κερασίας Τουλιάτου.

image001  Τα πρόσωπα που αντικρίζουμε στα πορτραίτα της Κερασίας Τουλιάτου φαντάζουν ερριμένα σε χώρους ρευστούς, διαπερατούς, σε ανοίκεια περιβάλλοντα με χαμηλές θερμοκρασίες που στερούνται εξωτερικών ορίων. Ακόμα και όταν τα πρόσωπα οροθετούνται από ένα κομμάτι πατώματος, το εμβαδόν του είναι μικρό, περιορισμένο· το πάτωμα μοιάζει ετοιμόρροπο και σαν να το σκεπάζει μια ονειρική αχλή. Και είναι αυτή η απουσία ενός ευδιάκριτου χωρικού πλαισίου, η τοποθέτηση των προσώπων σε περιβάλλοντα που προεκτείνονται δυνητικά προς το άπειρο, που μας προκαλεί να υποψιαστούμε τη σύνδεση που πιθανώς υπάρχει ανάμεσα στις προσωπογραφίες και τις τοπιογραφίες που παρουσιάζονται στη νέα έκθεση της Κερασίας Τουλιάτου. Ίσως η άρση των χωρικών διαστάσεων στις προσωπογραφίες να υπαινίσσεται ότι τα μεταφυσικά τοπία της Τουλιάτου λειτουργούν ως προεκτάσεις του ψυχισμού των προσώπων που αναπαριστώνται στα πορτραίτα. Ίσως τα τοπία αυτά να παίρνουν τα χρώματα και τα σχήματα που εκπέμπει η ψυχική κατάσταση των ατόμων, ίσως είναι οι καθρέφτες της υπαρξιακής τους αγωνίας, του τρόμου τους για το κενό, το αόρατο και το άρρητο, όλα αυτά που τους υπερβαίνουν και, λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν μπορούν ακόμα να συλλάβουν με τη σκέψη τους.

  Οι εικασίες σχετικά με τους συμβολισμούς των τοπίων και τις μορφές των προσώπων μπορούν να πολλαπλασιάζονται στο διηνεκές. Πιθανόν αυτός να είναι ένας από τους πρωταρχικούς στόχους της έκθεσης της Τουλιάτου: οι πολλαπλές, ανοιχτές ερμηνείες που ποτέ δεν κρυσταλλώνονται σε επιφανειακές αποφάνσεις. Για παράδειγμα, το κορίτσι που εμφανίζεται στα περισσότερα πορτραίτα μοιάζει λυπημένο. Είναι όμως πράγματι λυπημένο ή απλώς μελαγχολικό; Και είναι λυπημένο για λόγους που το υπερβαίνουν, με αποτέλεσμα να έχει αυτοεξοριστεί σε κάποιο προσωρινά ανακουφιστικό νοερό καταφύγιο, από αυτά που μονάχα η ανήλικη φαντασία μπορεί να προσφέρει; Μήπως η αιτία για την απογοήτευσή του κοριτσιού είναι αυτοάνοση, μήπως εδράζεται στην έμφυτη ευαισθησία του, την ευμετάβλητη θερμοκρασία της διάθεσής του; Μήπως για την κατάστασή του ευθύνεται η εγγενής μελαγχολία της παιδικής ηλικίας; Κι αν το κορίτσι δεν είναι λυπημένο αλλά απλώς ονειροπόλο; Ή είναι ονειροπόλο και λυπημένο μαζί; Ή θυμωμένο και στενοχωρημένο για κάτι, έλασσον ή βαρυσήμαντο, που το έχει πειράξει; Ίσως πάλι οι εικασίες για την ψυχολογία του να μην ανταποκρίνονται στις προθέσεις της Τουλιάτου, ίσως το βλέμμα και η στάση του κοριτσιού, και τα αβέβαια και ονειρικά σκηνικά στα οποία είναι τοποθετημένο, να συμβολίζουν την αντίληψη της ζωγράφου για το βραδύ πέρασμα του χρόνου στην παιδική ηλικία. Οι εκτιμήσεις στις οποίες επιδίδεται ο θεατής γεννούν νέες υποθέσεις που οδηγούν σε νέες απόπειρες ερμηνείας και νοηματοδότησης των έργων. Καμιά ερμηνεία δεν είναι τελεσίδικη, το βαθύτερο νόημα των πορτραίτων είναι φυγόκεντρο, διαχέεται στα τοπία.

  Στις προσωπογραφίες και τις τοπιογραφίες της Τουλιάτου τα ερωτήματα που διατυπώνει ο θεατής τέμνονται πάνω στους οριζόντιους και κάθετους άξονες που ορίζουν η φύση και ο άνθρωπος, ο άνθρωπος και η δική του φύση. Καθώς εστίασα την προσοχή μου στα τοπία στην προσπάθειά μου να αποκωδικοποιήσω τα σχήματα και τους χρωματικούς τόνους που δεσπόζουν, ώστε κατόπιν να προχωρήσω στις συγκρίσεις με τα πορτραίτα, για να καταλήξω στις δικές μου ανοιχτές ερμηνείες, θυμήθηκα συνειρμικά τον Τζ..Μ.Ουίλλιαμ Τέρνερ, τον βρετανό ζωγράφο που όχι μόνο ενσάρκωσε στην τέχνη του τα ρομαντικά ιδεώδη αλλά με το πρωτοποριακό έργο του προετοίμασε το κοινό για την έλευση του ιμπρεσιονισμού. Στο Χρονικό της τέχνης ο Ερνστ Γκόμπριχ γράφει για τον Τέρνερ: «Στον Τέρνερ η φύση πάντα καθρεφτίζει κι εκφράζει τα συναισθήματα του ανθρώπου. Αισθανόμαστε μικροί κι αδύναμοι μπροστά στις δυνάμεις που δεν μπορούμε να δαμάσουμε, και θαυμάζουμε τον καλλιτέχνη που εξουσίαζε τα στοιχεία της φύσης (Το χρονικό της τέχνης, σ. 494) Η Τουλιάτου λοιπόν ακολουθεί τη μέθοδο του Τέρνερ στις τοπιογραφίες της, η φύση γίνεται πράγματι ο καθρέφτης του ανθρώπου. Όμως δεν αρκείται στην αποτύπωση της φύσης για να εκπληρώσει κάποια αόριστη και μεγαλεπήβολη ιδέα που θα αποκαλύπτει τα περιορισμένα όρια θέασης και κατανόησης της πραγματικής φύσης σε σύγκριση με την υποκειμενική και πιθανόν παραπλανητική εικόνα που μας προβάλλουν οι αισθήσεις μας. Η ζωγράφος δίνει υπόσταση στα πρόσωπα των οποίων ο ψυχικός κόσμος καθρεφτίζεται στη φύση, που με τη σειρά τους προσπαθούν να επιβάλλουν τη δική τους τάξη στο φυσικό χάος. Οι τοπιογραφίες επομένως δεν αναπαριστούν απλώς κάποιες σκηνές από τον φυσικό διάκοσμο, αλλά αναπαριστούν τα τοπία όπως τα οραματίζονται τα δεδομένα πρόσωπα που βλέπουμε στα πορτραίτα. Οι σκέψεις και οι ιδέες της Τουλιάτου διαχέονται και διαθλώνται στα πρόσωπα αυτά, τα οποία έτσι διαδραματίζουν τον ρόλο ενός ενδιάμεσου φορέα γνώσης. Είναι οι ψυχοπομποί που ιχνηλατούν τη σταδιακή απομάκρυνση της ζωγράφου από τη βιωμένη πραγματικότητα και τη μετάβασή της στις επικράτειες της φαντασίας και του ονείρου.

  Τι άλλο μένει λοιπόν στον θεατή από το να αντικρίσει τα τοπία μέσα από τα υγρά, θολά, θυμωμένα, ονειροπόλα, μελαγχολικά, λυπημένα βλέμματα του κοριτσιού και του αγοριού που εμφανίζονται στα πορτραίτα; Οι σκέψεις του θεατή ακολουθούν τη νοερή περιδίνηση των παιδιών ανάμεσα σε θραύσματα ονείρων και απομεινάρια αναμνήσεων, ανάμεσα στις ματαιώσεις και τις φοβίες της νεανικής ηλικίας. Οι πίνακες της Τουλιάτου γίνονται επομένως τα νοσταλγικά οχήματα της φαντασίας του θεατή που τον καλούν να ταξιδέψει μαζί τους στον άχρονο και απέραντο τόπο των δικών του αναμνήσεων, πίσω σε εκείνες τις μακρές, ατέλειωτες ημέρες και τις βροχερές και δύσκολες νύχτες, όταν, όπως κάθε άλλο παιδί, πάσχιζε να καταλάβει καλύτερα τον εαυτό του ως Άλλον.

Λευτέρης Καλοσπύρος – Συγγραφέας

image00310image007 (1)image006